Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
ΧειρότεροΚαλύτερο 

epidavrosΤο Δράμα είναι ένα απ' τα μεγαλύτερα δημιουργήματα του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος και φανερώθηκε όταν το Έπος κι η Λυρική Ποίηση αγγίξαν την τελειότητα. Η λέξη Δράμα προέρχεται απ' το αρχαίο ρήμα δράω-δρω που σημαίνει πράττω.. Επομένως η πνευματική αυτή δημιουργία, άλλοτε με εύθυμη υπόθεση κι άλλοτε πάλι με θλιβερή, δεν απαγγέλλεται όπως το Έπος ή το Λυρικό Ποίημα ούτε εξιστορείται όπως η Διήγηση, αλλά ξετυλίγεται στη σκηνή του θεάτρου που είναι ανάλογα διακοσμημένη, με διάλογο και μίμηση από ειδικούς καλλιτέχνες, τους Υποκριτές που αργότερα ονομαστήκαν Ηθοποιοί και αναδημιουργούν και συμμετέχουν στα διαδραματιζόμενα γεγονότα.

 

Μια άλλη σημασία του δρω είναι υπηρετώ και καμιά φορά το συναντάμε με την ειδική σημασία του υπηρετώ τη θεότητα σε μια τελετή, όπως σήμερα λέμε ιερουργώ (υπηρετώ στη λειτουργία). Ένα τέτοιο θρησκευτικό χρώμα χαρακτηρίζει ίσως την αρχική σημασία του όρου Δράμα που φαίνεται να προέρχεται από λατρευτικές πράξεις και μιμικές δράσεις που δίνουν το τελετουργικό στοιχείο στο Δράμα και δημιουργούν το Πάθος.


Το Πάθος είναι το τραγικό γεγονός, η καταστροφή. Είναι πράξη φθαρτική ή οδυνηρή όπως οι φανεροί θάνατοι, οι μεγάλοι σωματικοί πόνοι, οι τραυματισμοί κι όλα τα παρόμοια. Είναι εκείνο που συμβαίνει στον ήρωα και προξενεί στο θεατή φόβον και έλεον.


Δράματα ονομάζονταν στην αρχαιότητα όλα τα είδη των θεατρικών έργων, τόσο τα Τραγικά όσο και τα Κωμικά. Σήμερα όμως η έννοια περιορίστηκε μόνο για τα έργα με θλιβερή υπόθεση ή τουλάχιστον πολύ σοβαρή.
Το Αρχαίο Ελληνικό Δράμα, περιλαμβάνει λοιπόν και την Τραγωδία και την Κωμωδία. Η μεν Τραγωδία παρουσιάστηκε στην Αθήνα μετά την καθιέρωση, απ' τον Πεισίστρατο (538 π.Χ.), της γιορτής η οποία γινόταν για να τιμηθεί ο Διόνυσος, με τον Διθύραμβο που τον τραγουδούσαν στα Λήναια. Η δε Κωμωδία απ' τα Φαλλικά Άσματα των γιορτών του Τρυγητή που οι γιορταστές, εξ αιτίας του μεθυσιού, βγαίναν έξω απ' τα όρια της ευπρέπειας, φορώντας ακόμα και υπερμεγέθεις φαλλούς. Γεγονός πάντως είναι πως και τα δυο αυτά είδη τα αποτελούσαν δυο βασικά αυτοτελή στοιχεία που σχηματίζαν τόσο απ' τη μεριά της μορφής όσο κι απ' τη μεριά του περιεχομένου μια απόλυτη ενότητα : το Δωρικό Χορικό και τον Ιωνικό Αφηγηματικό.

 

Κοντολογίς το Ελληνικό Δράμα δεν είναι τίποτ' άλλο παρά η συνισταμένη της Επικής και της Λυρικής Ποίησης. Κι η μεν Επική υποστηρίζει τα Διαλογικά μέρη η δε Λυρική τα Χορικά.
Στην Ελληνιστική Εποχή (336 π.Χ.) και ιδιαίτερα στους δυο τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες, ο Ελληνικός πολιτισμός βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο με φανερά πια τα σημάδια της παρακμής. Ο Λόγος, η Μουσική κι ο Χορός που στην κλασική εποχή αποτελούσαν την τέλεια ενότητα: το Δράμα, αρχίζουν να χωρίζονται σε αυτοτελείς τέχνες. Ο Διθύραμβος από ομαδικό λατρευτικό τραγούδι, με τον καιρό καταντάει ένα κομμάτι για σόλο, μόνο και μόνο για να επιδείξει κάποιος ανόητος τραγουδιστής τις δεξιοτεχνικές του ικανότητες.


Η Ελληνιστική όμως περίοδος είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην ιστορία του Ευρωπαϊκού πνεύματος, γιατί την εποχή αυτή ο Ελληνικός πολιτισμός διαδόθηκε πλατιά κι επηρέασε τους πολιτισμούς στις χώρες που κατάχτησε ο Μέγας Αλέξανδρος. Απ' τη Σικελία ως τις Ινδίες κι απ' τη Νουβία ως το Βόσπορο και τη Σκυθία.

 

Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ

 

Το κυριότερο στοιχείο που χαρακτηρίζει το Δράμα είναι η Δραματική Συγκίνηση. Πώς όμως θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε αυτό το τόσο απαραίτητο στοιχείο που χαρίζει όλη τη μαγεία στο θεατή και που χωρίς αυτό Θέατρο δε θα μπορούσε να υπάρξει; Μια τέτοια απόπειρα θα ήταν πολύ ριψοκίνδυνη αλλά ας την επιχειρήσουμε κλέβοντάς την απ' το μεγάλο άνθρωπο του Θεάτρου Άγγελο Τερζάκη που σημειώνει πως Δραματική Συγκίνηση λέμε τον ψυχικό κραδασμό που νοιώθει ο θεατής, βλέποντας το δραματικό έργο. Είτε για Τραγωδία πρόκειται είτε για Κωμωδία, γεγονός είναι πως το θεατρικό έργο προκαλεί μια ειδική ψυχική αντίδραση που διαφέρει απ' αυτή του αναγνώστη ενός αφηγήματος.


Στο Θέατρο ο εσωτερικός μας κόσμος διεγείρεται και συνεργάζεται με τα επί σκηνής διαδραματιζόμενα. Και δε συνεργάζεται όπως σε ένα ανάγνωσμα που το διαβάζουμε καθισμένοι στην πολυθρόνα μας επιστρατεύοντας όλη μας τη φαντασία. Το ανάγνωσμα είναι δεδομένο για μια φορά. Έτσι και γραφτεί και τυπωθεί, υπάρχει σε μια τελειωμένη μορφή ανεξάρτητα απ' τον πιθανό του αναγνώστη. Στο δραματικό όμως έργο συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Η ολοκλήρωσή του συντελείται κάθε φορά .όχι μόνο μπροστά στο θεατή, καθώς παίζεται, αλλά και με την αυθόρμητη ψυχική συνεργασία του. Η συνεργασία αυτή είναι ο αναγκαίος όρος για την ολοκλήρωση του θεατρικού φαινομένου. Παράσταση μπροστά σε άδεια καθίσματα είναι αδύνατη. Ακόμα μπορούμε να πούμε πως άλλη ποιότητα, άλλη υφή, άλλον τόνο έχει μια παράσταση μπροστά σε λίγους θεατές κι άλλη μπροστά σε ένα πλήθος. Άλλη μπροστά σε κοινό που κατανοεί και συμμετέχει κι άλλη μπροστά σε ψυχρούς θεατές. Όποιος δεν έχει καταλάβει αυτή την αλληλεπίδραση του δραματικού έργου, αυτός είναι ξένος στο θεατρικό χώρο.

 

Ο Άγγελος Τερζάκης σε μια διάλεξή του στο Εθνικό Θέατρο είχε πει:

Δραματική Συγκίνηση λέμε την ψυχική δόνηση που προκαλείται στο θεατή από την ερμηνεία του δραματικού έργου.
Ένα δραματικό έργο, χειρόγραφο ή τυπωμένο, μπορεί κι αυτό να διαβαστεί όπως κι ένα άλλο ανάγνωσμα και να προκαλέσει μια κάποια ψυχική δόνηση στον αναγνώστη του. Η εντύπωση όμως αυτή, δεν είναι η ίδια μ' εκείνη που θα δημιουργηθεί όταν το δούμε παρουσιασμένο στη Σκηνή. Έτσι γεννιέται ένα ερώτημα: Γιατί αυτή η διαφορά; Ας γίνει μια προσπάθεια να καλυφθεί.
Το διάβασμα ενός θεατρικού έργου αφήνει ένα κενό, γιατί λείπει η συλλογική παρουσία του κοινού κι η ζωντανή σχέση που δημιουργείται ανάμεσά τους. Γι' αυτό κι οι άνθρωποι του Θεάτρου, όταν διαβάζουν ένα θεατρικό έργο, αγωνίζονται να συμπληρώσουν με τη φαντασία τους το κενό της ερμηνείας. Να προβλέπουν τη σκηνική πραγματοποίηση, τις εντυπώσεις που δημιουργεί η προοπτική του σκηνικού χώρου, τις αντιδράσεις του κοινού. Γι' αυτό είναι πολύ δύσκολο, ακόμα και στον πιο έμπειρο άνθρωπο του Θεάτρου να προβλέψει την επιτυχία ή την αποτυχία ενός έργου που ακόμα δε δοκιμάστηκε μπροστά στο κοινό, ή που έχει παιχτεί κάτω από άλλες χρονικές, τοπικές, αντικειμενικές κι υποκειμενικές συνθήκες.


Ποια όμως είναι η υφή του φαινομένου που λέγεται Δραματική Συγκίνηση και πώς λειτουργεί το φαινόμενο αυτό;

Ο Σαιντ-Μαρκ Ζιρραρντέν, ο παλιός συγγραφέας των Μαθημάτων Δραματολογίας μας λεει ότι η προς τον άνθρωπο συμπάθεια του ανθρώπου είναι ο λόγος που προκαλούν ευχαρίστηση οι τέχνες οι μιμούμενες την ανθρώπινη φύση και ειδικότερα η τέχνη του Θεάτρου. Ένας άλλος όμως θεωρητικός κι αυτός Γάλλος, ο Εμίλ Φαγκέ μας λέει το ακριβώς αντίθετο: Η απόλαυση που πάει ο άνθρωπος να βρει στο Θέατρο, τόσο στην κωμωδία όσο και στην τραγωδία, δηλαδή η δυστυχία του διπλανού του, είναι πρώτ' απ' όλα κακία. Είναι, σ' επίμετρο, αγάπη της αλήθειας.

 

Το γεγονός είναι πως ένα θεατρικό πρόσωπο μας συγκινεί περισσότερο όταν παρουσιάζει μεγαλύτερη ψυχολογική συνέπεια ή έμμεση αλήθεια. Όταν είναι αφηρημένο, λειψό, ανολοκλήρωτο κι άτονο από ανικανότητα του συγγραφέα, μας κάνει να το αποδοκιμάζουμε και μας αφήνει κενούς από Δραματική Συγκίνηση.


Με όλα τα πιο πάνω προσδιορίσαμε άραγε σε τι συνίσταται η Δραματική Συγκίνηση; Τι ακριβώς είναι; Μάλλον δεν έγινε κάτι τέτοιο γιατί αυτό που λέμε Δραματική Συγκίνηση παραμένει κάτι αινιγματικό, κρυφό και πολύ ρευστό. Δεν έχει ποτέ την ίδια ποιότητα και την ίδια ένταση ακόμα κι ας προέρχεται απ' την ίδια πηγή. Δέκα θεατές σε μια παράσταση θεατρικού έργου θα αποκομίσουν δέκα διαφορετικές εντυπώσεις. Έτσι εξηγείται η πολυγνωμία κι οι αντιφάσεις της κριτικής. Γιατί η Δραματική Συγκίνηση είναι η συνάντηση των κυμάτων, όπως λέει πάλι ο Άγγελος Τερζάκης, ενός πομπού κι ενός δέκτη. Ο καθένας έχει εδώ το δικό του δίκιο και το μόνο που μπορεί κανείς να ευχηθεί είναι να μη μπαίνει ανάμεσα σ' αυτούς τους παράγοντες η προκατάληψη.

 

Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

 

Το Αρχαίο Θέατρο και σαν Δράμα και σαν χώρος έχει τη δική του νομοτέλεια, απόρροια της καταγωγής του και της προσωπικότητάς του. Αρχαίο Δράμα κι Αρχαίο Θέατρο με την έννοια του κτηρίου δεν είναι δυο πράματα που συναντηθήκαν τυχαία, αλλά που δημιουργηθήκαν μαζί και το ένα είναι συμπλήρωμα του άλλου. Το Κοίλον σαν ανοιχτή αγκαλιά είναι έτοιμο να δεχτεί και να σφίξει πάνω του τον βαθυγάλαζο Ελληνικό ουρανό που γεμάτος απ' όλα τα μυστήρια του κόσμου θέλει να ακουμπήσει στο ορχηστικό σαλόνι της μαγείας.


Οι δυτικοί Ευρωπαίοι με την επιθυμία τους να καταχτήσουν το μεγάλο αγαθό του Αρχαίου Δράματος, αρχίσαν να χτίζουν υπαίθρια θέατρα. Εμείς, μέσα στη χώρα μας που είναι η ίδια χώρα που την πατήσαν αυτές οι άφθαρτες μορφές, έχουμε τα ίδια αρχαία θέατρα. Κανείς δε μας βιάζει να βγούμε απ' το κλίμα μας του κλειστού θεάτρου και να έρθουμε στο αρχαίο θέατρο. Αυτό όμως που πρέπει να ξέρουμε είναι ότι αυτή μας η μετακίνηση προϋποθέτει μια δική μας προσαρμογή στη νομοτέλεια του αρχαίου θεάτρου κι όχι αντίστροφα. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που λέμε αρχαιολογική παράσταση του αρχαίου δράματος που τόσο φανατικά μάχονται οι περισσότεροι σκηνοθέτες μας, όπως κι ο εκσυγχρονισμός του δράματος δεν έχει καμιά σχέση με το δήθεν σκηνοθετικό δαιμόνιο να νοιώθει περισσότερο τη βαθύτερη ουσία του αρχαίου δράματος. Αυτό το υποστηρίζουν με πολλή άνεση τα τελευταία χρόνια πολλοί σκηνοθέτες μας, ενώ το μόνο που θα έπρεπε να υποστηρίζουν και να παραδέχονται είναι η αγραμματοσύνη τους.

Το βασικό στοιχείο του αρχαίου θεάτρου είναι ο τέλειος κύκλος της Θυμέλης, παρ' όλο ότι το αρχαίο θέατρο δεν ήταν κυκλικό, όπως τα Ρωμαϊκά ή τα σύγχρονα πειραματικά. Αρχιτεκτονικά είναι φανερή η χαλαρότητα που υπάρχει στη σχέση των τριών στοιχείων του αρχαίου θεάτρου και ιδιαίτερα η χαλαρότητα στη σχέση της Ορχήστρας με τη Σκηνή.


Τα Ελληνικά θέατρα είναι παραδομένα στην αγκαλιά της φύσης, σφηνωμένα στην πλαγιά ενός λόφου, με το τεράστιο σκηνικό των αντικρινών βουνών στο βάθος. Το αρχαίο δράμα γεννήθηκε στον ανοιχτό χώρο. Υποκριτές και θεατές είναι λουσμένοι μέσα στον καυτό ήλιο της Μεσογείου που δεν ανέχεται αποχρώσεις. Δεν του χρειάζεται η παθητική παρατήρηση, θέλει να πετύχει την πλήρη συμμετοχή και διαμορφώνει ήρωες αδρούς που είναι προσιτοί στο λαό. Ο αείμνηστος αρχαιολόγος Γιάννης Μηλιάδης σε μια διάλεξή του στο Εθνικό Θέατρο λέει : Βλέπει περισσότερο τον άνθρωπο και τη μοίρα του παρά το διαφοροποιημένο άτομο και τα προβλήματά του. Τα συναισθήματα που γεννιούνται σ' αυτό είναι γενικά κι όχι ειδικά. Ο κόσμος του αρχαίου δράματος είναι φωτεινός και ματωμένος αλλά θαυμαστός για την υψηλοφροσύνη και την ευψυχία του. Ο κόσμος αυτός είναι ο Άνθρωπος κι η Μοίρα του γυμνοί κάτω απ' το εκτυφλωτικό φως του ήλιου και της αλήθειας.


Υπαίθριο θέατρο και νομοτέλεια του αρχαίου θεάτρου δε σημαίνει μόνο αχρήστευση του κουτιού της Σκηνής, αλλά ακόμα περισσότερο σημαίνει παράσταση που γίνεται κάτω απ' το λαμπερό φως του ήλιου. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε πως οι αρχαίοι δίναν τις παραστάσεις τους τη μέρα επειδή δεν είχαν ηλεκτρικό φως. Και στην εποχή του Σαίξπηρ δεν είχαν ηλεκτρικό και φωτίζαν το κλειστό τους θέατρο με μέσα που οι αρχαίοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αν θέλαν. Άλλωστε πολλοί απ' τους χορούς τους χορεύονταν με φως από δάδες. Το γεγονός είναι ότι το δράμα γραφόταν για να παιχτεί στο αρχαίο θέατρο κι ότι αυτό, το υπαίθριο, είχε γίνει για να παίζονται τα έργα στο φως του ήλιου.


Το τεχνητό φως δημιουργεί καθορισμένους και περιορισμένους χώρους, χωρίς να έχει τη δύναμη να δημιουργήσει μια τέτοια φωτεινή ατμόσφαιρα που να συνδέει το κοινό με τη Θυμέλη. Έτσι διασπάει την ενότητα και την άμεση συμμετοχή των δυο παραγόντων που συνεργάζονται στο υπαίθριο θέατρο (Θεατής κι Υποκριτής) και δημιουργεί και για τους δυο την ψυχολογία του κλειστού χώρου, της φωτισμένης σκηνής και της σκοτεινής αίθουσας.

 

Κατερίνα Ζαχαριουδάκη

15-7-2007