Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0
ΧειρότεροΚαλύτερο 

ΙΟΥΛΙΑ  ΜΠΙΜΠΑ

Μια  άγνωστη  σπάνια  Ελληνίδα

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

H δασκάλα του Κατηχητικού που ανατίναξε τους προδότες πληρώνοντάς το με το κεφάλι της

Η ηρωίδα της Αντίστασης, Ιουλία Μπίμπα, που ξύπνησε την Ευρώπη από τον λήθαργο και εκτέλεσαν χαιρέκακα οι ναζί με τσεκούρι


 

 

Ως εξτρεμίστρια τρομοκράτισσα για τον ναζί κατακτητή και τον έλληνα συνεργό του, η θαρραλέα κοπέλα από τη Σάμο έπρεπε να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης μακριά από την Ελλάδα ώστε να μπορέσουν να την τσεκουρώσουν.

Εκτέλεση διά πελέκεως την ονόμασαν και την επεφύλαξαν αποκλειστικά για την Ιουλία, καθώς οι λοιποί συνωμότες εξοντώθηκαν με τον γνώριμο τρόπο του αποσπάσματος. Ίσως γιατί ήταν βαρύ για την καλοκουρδισμένη γερμανική μηχανή να την πάθει έτσι από μια γυναίκα, ένα καθημερινό κορίτσι που αποφάσισε να δείξει στην ξένη μπότα τι σημαίνει ελληνικό αντάρτικο! Ίσως πάλι γιατί ήταν απλώς γυναίκα και οι ναζί σκότωναν μόνο τους άντρες με σφαίρες.

 

Δασκάλα στο Κατηχητικό και σύζυγος κάποιου, η Μπίμπα εντάχθηκε στην Αντίσταση σεμνά και ταπεινά, όταν άκουσε για δυο νεαρούς, κάποιον Μανώλη Γλέζο και Απόστολο Σάντα, που κατέβασαν τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη.

Ούτε ονόματα ήξερε ούτε και την ενδιέφεραν. Ήθελε απλώς να ακολουθήσει το παράδειγμά τους και προσχώρησε άμεσα σε μια αντιστασιακή οργάνωση που γνώριζε και πίστευε για τις δημοκρατικές της ευαισθησίες, την ΠΕΑΝ (Πανελλήνια Ένωση Αγωνιζομένων Νέων). Σύντομα θα ήταν ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης και μια εξόχως τραγική φιγούρα του αγώνα για λευτεριά.

 

Κι αυτό γιατί η Ιουλία Μπίμπα συμμετείχε σε μια από τις πιο τρομερές αντιστασιακές πράξεις κατά των γερμανών κατακτητών και των προδοτών ελλήνων συνεργατών τους, την πολύνεκρη ανατίναξη του κτιρίου της ναζιστικής ΕΣΠΟ (Εθνικής Σοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργάνωσης)! Το εγχείρημα που τίναξε στον αέρα στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 το κτίριο στη συμβολή Πατησίων και Γλάδστωνος ήταν το πιο φαρμακερό χτύπημα της ΠΕΑΝ, αυτό που θα γινόταν σύμβολο της αντίστασης στους ναζί και θα ακουγόταν στα πέρατα της γερμανοκρατούμενης Ευρώπης.

 

Η είδηση της ανατίναξης του κτιρίου της ΕΣΠΟ δραπέτευσε γρήγορα από τα ελληνικά σύνορα και χαιρετίστηκε ως ύψιστη πράξη αντίστασης από το Λονδίνο και τη Μόσχα, σπεύδοντας να το προσφωνήσουν ενθουσιωδώς ως το μεγαλύτερο σαμποτάζ της κατεχόμενης Γηραιάς Ηπείρου!

Και μόνο τυχαία δεν ήταν η επιλογή της προδοτικής ΕΣΠΟ, η οποία με αρχηγό τον γιατρό Σπύρο Στεροδήμο προσκαλούσε τους υπόδουλους Έλληνες να στρατολογηθούν στην Ελληνική Λεγεώνα, την πολυεθνική δύναμη που θα πολεμούσε πλάι-πλάι με τη Βέρμαχτ στο Ανατολικό Μέτωπο.

 

Η ΠΕΑΝ του πάντα δημοκράτη αξιωματικού Κώστα Περρίκου δεν θα το κατάπινε αυτό και σύντομα στήθηκε η επιχειρησιακή ομάδα των τεσσάρων νοματαίων που θα εκτελούσαν το χτύπημα. Ο εκκωφαντικός θόρυβος από την έκρηξη ακούστηκε ως το Βερολίνο, αν και αυτή δεν ήταν ακριβώς όλη η ιστορία…

 

Πρώτα χρόνια

 

Η Ιουλία Μπίμπα γεννιέται κάποια στιγμή στη Σάμο, καθώς η βιογραφία της παρουσιάζει ελλείψεις. Ήταν μια ψιλόλιγνη νησιώτισσα που παντρεύτηκε μικρή μικρή και έγινε δασκάλα. Οι περιστάσεις θα το φέρουν να διδάσκει στο Κατηχητικό Σχολείο του Αγίου Νικολάου στο Κουκάκι της Αθήνας όταν πάτησε την πρωτεύουσα η μπότα του ναζί κατακτητή.

 

Λιγομίλητη, μοναχική και συνεσταλμένη, τίποτα δεν προοιώνιζε πάνω της τι αγρίμι θα γινόταν από τη στιγμή που εντάχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ, μια ωραία πρωία δηλαδή που έφτασαν στα αυτιά της τα νέα για το ηρωικό και εξόχως συμβολικό κατόρθωμα των Γλέζου και Σάντα.

 

Με τον χαρακτηριστικό της κότσο στο μαλλί, περνούσε εξάλλου απαρατήρητη. Αριστερή δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο, γι’ αυτό και επέλεξε ίσως την Πανελλήνια Ένωση Αγωνιζομένων Νέων, μια αστική αντάρτικη ομάδα που είχε ιδρύσει τον Οκτώβριο του 1941 ο απότακτος υποσμηναγός της Πολεμικής Αεροπορίας, Κώστας Περρίκος, ένας δημοκράτης και έντιμος πατριώτης αγωνιστής.

 

Ο χιώτης αξιωματικός είχε αποταχθεί από την Αεροπορία γιατί είχε ασκήσει κριτική το 1935 στη διοίκησή της αναφορικά με το αξιόμαχό της. Όχι ότι θα κατέθετε φυσικά τα όπλα. Τώρα ήταν η ψυχή της ΠΕΑΝ, ο οργανωτικός και εκτελεστικός της εγκέφαλος. Ο Περρίκος πρόσεχε πολύ ποιον θα βάλει στην οργάνωσή του, γι’ αυτό και η ΠΕΑΝ ήταν ολιγομελής, παρά την απήχησή της στους νέους της αστικής τάξης.

Όσο για το πολιτικό της πρόταγμα, περιστρεφόταν γύρω από τον προοδευτικό «Νέστορα» της ελληνικής δημοκρατίας, τον πάντα μετριοπαθή Παναγιώτη Κανελλόπουλο και το Εθνικό Ενωτικό του Κόμμα. Και ήταν μάλιστα αυτός ο λυσσαλέος χειμώνας του 1941-1942, με τον λιμό να θερίζει την Αθήνα και τον θάνατο σε ημερήσια διάταξη, που κάλεσε τον Περρίκο και το αντάρτικό του στα όπλα.

 

Μέσα στη δυστυχία και τη γενικευμένη εξαθλίωση του κατακτητή, του μαυραγορίτη και του γερμανοτσολιά, ο Περρίκος στρέφεται κατά του ναζί και του έλληνα συνεργού του. Αφού βάλουν στο χέρι κάπου 70 οκάδες δυναμίτιδα, κλεμμένη από έργα οδοποιίας και φυλαγμένη πια στο σπίτι της υπεράνω υποψίας Ιουλίας στο Κουκάκι, η ομάδα χτυπά στις 15 Αυγούστου 1942 την αποθήκη υγειονομικού υλικού του γερμανικού στρατού στο Μέγαρο Ιωσηφόγλου, στη γωνία Πατησίων και Βασιλέως Ηρακλείου.

 

Επτά ημέρες αργότερα, το ένοπλο σκέλος της ΠΕΑΝ βάζει βόμβα στα γραφεία της ΟΕΔΕ (Οργάνωση Εθνικοσοσιαλιστικών Δυνάμεων Ελλάδος) μεταξύ Θεμιστοκλέους και Κάνιγγος, προξενώντας και πάλι μικρής έκτασης υλικές ζημιές.

Ήταν σαφές σε όλους πως η ΠΕΑΝ στόχευε τις δωσιλογικές οργανώσεις, παρά τα πρώτα σκόρπια χτυπήματα στο λιμάνι του Πειραιά. Η δράση τους όμως, σημαντική μεν, καθώς δεν ήταν παρά μια ομάδα νέων ανθρώπων χωρίς επαφές με πρακτοριλίκια και μυστικές υπηρεσίες άλλων χωρών, δεν δικαιώνει τη μαχητικότητά τους. Η ΠΕΑΝ ονειρεύεται τώρα κάτι μεγάλο: «Δεν ήταν αυτά που θα γίνονταν γνωστά σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Και παράλληλα θα τρομοκρατούσαν τους κατακτητές. Θέλαμε κάτι μεγάλο», είπε αργότερα ένας από τους αγωνιστές της ΠΕΑΝ, ο ένδοξος Αντώνης Μυτιληναίος.

 

Την ώρα που η ΠΕΑΝ εξέδιδε την παράνομη εφημερίδα της, τη «Δόξα», που είχε εντωμεταξύ αναδειχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα αντιστασιακά έντυπα, και καλούσε τους νέους σε ενωτισμό και αντιφασιστικό αγώνα, το ένοπλο σκέλος της, ο Ουλαμός Καταστροφών, σκαρώνει το νέο χτύπημά του: την ανατίναξη των γραφείων της προδοτικής ναζιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ.

 

Γράφει σχετικά ο ίδιος ο Κώστας Περρίκος: «Το καλοκαίρι του '42 η Αθήνα ήταν μια μαραμένη πόλη. Μια πόλη που δεν ήξερες αν ήθελε να ζήσει ή να πεθάνει. Εμείς είχαμε κιόλας οργανώσει την ΠΕΑΝ. Μοιράζαμε προκηρύξεις, στέλναμε πληροφορίες έξω. Από τον Απρίλη τυπώναμε και μια εφημερίδα. Τη ‘‘Δόξα’’. Είναι όμως αρκετά όλα αυτά; Αρκετά για να κρατήσεις όρθια την ψυχή ενός λαού; Έτσι άρχισα να δουλεύω μέσα μου την ιδέα μιας μεγάλης ανατίναξης. Μέσα στην καρδιά της Αθήνας. Αν μας πιάνανε, θα έπαιρνα την ευθύνη επάνω μου. Δεν ήθελα να χαθούνε άλλες ψυχές. Έφτανε η δική μου. Έτσι το αποφάσισα. Κι έτσι τινάξαμε στον αέρα την ΕΣΠΟ, γωνία Γλάδστωνος και Πατησίων»…

 

Η Ιουλία και η σακούλα με το μείγμα χόρτων και… δυναμίτη

 

Η γερμανόφιλη ΕΣΠΟ, έχοντας καταδώσει μέχρι τότε πολλούς κομμουνιστές στον εχθρό και λεηλατώντας την εβραϊκή συναγωγή της Αθήνας, αποζητούσε τώρα να μετεξελιχθεί σε ένα πλήρες ελληνικό εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα. Σκόπευε να επιστρατεύσει έλληνες εργάτες στη Γερμανία, αλλά και να συγκροτήσει ελληνικά ένοπλα τμήματα για τον ναζιστικό αγώνα στη Σοβιετική Ένωση.

 

Το έμβλημα της οργάνωσης άλλωστε, η ελληνική σημαία με τον ναζιστικό αγκυλωτό σταυρό, δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας για την προδοτική δράση της. Η ΠΕΑΝ πληροφορήθηκε για τη γενική συνέλευση της φιλοναζιστικής ΕΣΠΟ κατά τις πρωινές ώρες της Κυριακής, 20 Σεπτεμβρίου 1942, και δεν έχασε την ώρα της. Το κτίριο θα ήταν εξάλλου άδειο κυριακάτικα και θα την πλήρωναν μόνο οι προδότες της ΕΣΠΟ.

 

Ο Περρίκος επιλέγει προσεκτικά τους συνεργάτες του από τον Ουλαμό Καταστροφών: θα ήταν ο ίδιος, η νεαρή δασκάλα Ιουλία Μπίμπα, ο τεχνικός Αντώνης Μυτιληναίος και ο φοιτητής Σπύρος Γαλάτης. Η βόμβα συναρμολογήθηκε την παραμονή της επίθεσης από τον Μυτιληναίο και τον Γαλάτη στο σπίτι της Ιουλίας στο Κουκάκι. Το επόμενο πρωί, η δασκάλα την έβαλε μέσα σε μια πάνινη τσάντα, κάτω από τα χόρτα που είχε εντωμεταξύ προμηθευτεί, και παίρνοντας τον Μυτιληναίο παραμάσχαλα μπήκαν στο τραμ για την Ομόνοια. Μετά με τα πόδια ως την Πλατεία Κάνιγγος, όπου συνάντησαν μερικούς ακόμα συνεργούς.

 

Στις 12:00 το μεσημέρι, η Μπίμπα παρέδωσε αδιάφορα έξω από το κτίριο της ΠΕΑΝ την τσάντα στον Μυτιληναίο και τον Γαλάτη, οι οποίοι μπήκαν στην αφύλακτη πολυκατοικία της γωνίας Γλάδστωνος και Πατησίων, την τοποθέτησαν κάτω από ένα γραφείο του ημιώροφου και χωρίς να χάσουν καιρό τους πήγαν και συνάντησαν τα άλλα μέλη σε ένα ζαχαροπλαστείο εκεί απέναντι. Να πώς τα θυμάται ο Μυτιληναίος:

 

«Καθόμαστε στο ζαχαροπλαστείο "Αστόρια" στα Χαυτεία, στη συμβολή Πατησίων και Πανεπιστημίου. Περιμέναμε. Σε λίγα λεπτά έγινε η έκρηξη στο κτίριο της ΕΣΠΟ. Η ταμπέλα που έγραφε ‘‘Νέοι της Ελλάδος εγγραφείτε στους πρωτοπόρους της Νέας Τάξεως’’ έγινε κομμάτια. Ξέσπασε φωτιά. Δεκάδες άνθρωποι έτρεχαν μέσα στα αίματα και τις φλόγες. Πανικός. Την περιοχή τη σκέπαζε πυκνός καπνός. Τα είχαμε καταφέρει. Αυτήν τη φορά τα εκρηκτικά που βάλαμε προκάλεσαν καταστροφές. Βεβαίως είχαμε και θύματα και αυτός ήταν ίσως ο λόγος που η ενέργειά μας έγινε αμέσως γνωστή σε όλη την Ευρώπη. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί του Λονδίνου, του Καΐρου και της Μόσχας ανήγγειλαν το σαμποτάζ με πολύ επαινετικά σχόλια.

Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα σαμποτάζ στην κατεχόμενη Ευρώπη».

 

Και πράγματι ήταν! Η εκκωφαντική έκρηξη συγκλόνισε το κέντρο της Αθήνας και έκανε το κτίριο της ΕΣΠΟ να καταρρεύσει, παίρνοντας μαζί του στα συντρίμμια δεκάδες έλληνες προδότες και γερμανούς αξιωματικούς και στρατιώτες, μιας και πάνω από την ΕΣΠΟ του πρώτου ορόφου στεγαζόταν η λέσχη των γερμανών αξιωματικών. Οι Κώστας Περρίκος, Αντώνης Μυτιληναίος, Τάκης Μιχαηλίδης, Νίκος Μούρτος, Νίκος Λάζαρης, Σπύρος Στανωτάς, Σπύρος Γαλάτης, Ιουλία Μπίμπα και Αικατερίνη Μπέση τα είχαν καταφέρει και με το παραπάνω. Ένα από τα θύματα του τρομοκρατικού χτυπήματος ήταν και ο αρχηγός της ΕΣΠΟ.

 

Η καταστροφή για την ΕΣΠΟ ήταν ολοκληρωτική. Ακόμα και η Πατησίων έκλεισε για ένα δεκαήμερο μέχρι να αποκατασταθούν οι ζημιές. Ήταν πράγματι ένα ασύλληπτο σε έκταση και συμβολικό εκτόπισμα σαμποτάζ στην καρδιά της κατεχόμενης Ευρώπης.

Παρά το γεγονός ότι το να βρίσκονται εκεί κοντά ήταν ιδιαιτέρως ριψοκίνδυνο γι’ αυτούς, μετά την κατεδάφιση του κτιρίου οι δημοκράτες συνωμότες ξέσπασαν σε ζητωκραυγές μέσα στο ζαχαροπλαστείο και η Ιουλία ενθουσιάστηκε τόσο που έσπευσε να ασπαστεί τον Μυτιληναίο! Για καλή τους τύχη, δεν τους αντιλήφθηκε κανείς.

 

Παρά ταύτα, και παρά ίσως το γεγονός ότι η ΕΣΠΟ θα αναβίωνε σύντομα σε άλλο στρατηγείο, ήταν αναντίρρητο ότι είχε δεχθεί ένα αποφασιστικό πλήγμα στην εκστρατεία της να στρατολογήσει Έλληνες στον αγώνα των χιτλερικών…

 

Η προδοσία και το τραγικότατο τέλος

 

Παρά το γεγονός ότι οι ανακριτικές αρχές της Γκεστάπο απέδωσαν αρχικά το χτύπημα σε εβραϊκούς κύκλους, συλλαμβάνοντας κιόλας τον Σεπτέμβριο του 1942 δέκα εβραίους πολίτες ως αντίποινα για την επιχείρηση, ήταν και πάλι ένας έλληνας προδότης αυτός που θα κατέδιδε στους Γερμανούς τους πραγματικούς δράστες.

 

Ο χωροφύλακας Πολύκαρπος Νταλιάνης, που είχε παρεισφρήσει στην ΠΕΑΝ ως μέλος, όντας πληροφοριοδότης των ναζί. Έναντι 3 χρυσών λιρών το κεφάλι, κάρφωσε τους ήρωες αντιστασιακούς, οι οποίοι θα έπεφταν σύντομα στα δολοφονικά και εξόχως εκδικητικά χέρια των Γερμανών. Όσο για τον ίδιο τον Νταλιάνη, μέλη της οργάνωσης Όμηρος τον παρέσυραν τον Δεκέμβριο του 1942 σε ενέδρα και τον σκότωσαν χρησιμοποιώντας ένα σφυρί. Οι οικείοι του είπαν πως έπεσε ηρωικά μαχόμενος υπέρ πίστεως και πατρίδος στη Μέση Ανατολή.

 

Στις 27 Σεπτεμβρίου, ο Περρίκος λαμβάνει το μήνυμα: «Οι Γερμανοί είναι στα χνάρια σας. Κρυφτείτε όσο είναι ακόμα καιρός». Στις 11 Οκτωβρίου, οι Γερμανοί βρίσκονται έξω από ένα σπίτι στην οδό Θησέως. Εκεί θα πιάσουν τον Περρίκο, την Μπίμπα και τον Μυτιληναίο, έχοντας πια στην κατοχή τους ένα καλό μέρος του έμψυχου δυναμικού του Ουλαμού Καταστροφών. Ο επιχειρησιακός βραχίονας της ΠΕΑΝ έχει πλέον εξαρθρωθεί.

 

Οι τέσσερις ουσιαστικοί δράστες μεταφέρθηκαν σιδηροδέσμιοι στα γραφεία της Γκεστάπο στον Πειραιά, όπου υποβλήθηκαν σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Κανείς τους όμως δεν αποκάλυψε τίποτα στον εχθρό. Μέσα στον πανικό μάλιστα, ο Μυτιληναίος κατάφερε να αποδράσει, καταλήγοντας στη Μέση Ανατολή και ζώντας για να διηγηθεί μετά τα εντυπωσιακά γεγονότα.

Οι υπόλοιποι τρεις παραπέμφθηκαν σε γερμανικό στρατοδικείο και καταδικάστηκαν γρήγορα γρήγορα σε θάνατο. Μόνο ο Γαλάτης απέφυγε τον θάνατο, καθώς η οικογένειά του πλήρωσε χίλιες λίρες στους Γερμανούς για να μετατρέψουν την ποινή του σε ισόβια κάθειρξη. Ο φοιτητής μεταφέρθηκε πάντως σε στρατόπεδο συγκέντρωσης της Γερμανίας και επέστρεψε κάποια στιγμή στην Ελλάδα με την υγεία του βαρύτατα κλονισμένη.

 

Ο Περρίκος εκτελέστηκε στο σκοπευτήριο της Καισαριανής στις 4 Φεβρουαρίου 1943, ακολουθώντας τέσσερις ακόμα αγωνιστές της ΠΕΑΝ που είχαν δολοφονηθεί στις 7 Ιανουαρίου 1943. Στην τελευταία του επιστολή, ο αγωνιστής Περρίκος έγραψε: «Εγκαταλείπω τον κόσμο χωρίς μίση και κακίες. Αγωνίσθηκα για την πατρίδα μου. Για την δικιά τους πατρίδα αγωνίζονται κι εκείνοι, οι οποίοι με καταδίκασαν. Θα ήθελα το αίμα μου να μην μας χωρίσει, αλλά να μας ενώσει, στο μέλλον, με τους σημερινούς αντιπάλους». Η ανδρεία του αναγνωρίστηκε από τους Γερμανούς, οι οποίοι πριν τον πυροβολήσουν τον χαιρέτισαν στρατιωτικά. Το δικό του «Ζήτω η Ελλάς» το κάλυψε ο ήχος από την ομοβροντία.

 

Την ώρα που η Αικατερίνη Μπέση κλεινόταν στις Φυλακές Αβέρωφ με ισόβια δεσμά στην πλάτη της, σαφώς τραγικότερη θα ήταν η μοίρα της Μπίμπα.

Ο Περρίκος αναλαμβάνει μεν μόνος την όλη ενοχή για το χτύπημα, πιστός στις δηλώσεις του, βλέπει όμως την Ιουλία να κάνει ακριβώς το ίδιο! Στο δικό της σπίτι βρέθηκαν εξάλλου οι εκρηκτικές ύλες, αυτή ήταν λοιπόν ο εγκέφαλος. Η δασκάλα μεταφέρεται από τις Φυλακές Αβέρωφ στο Εμπειρίκειο Άσυλο της Πλατείας Μαβίλη, που έχει μετατραπεί εντωμεταξύ σε γυναικεία φυλακή, όπου αρχίζουν οι ανακρίσεις, τα φριχτά βασανιστήρια και η απομόνωση.

 

Μόνο που η Ιουλία δεν ανοίγει το στόμα της ούτε για να ουρλιάξει! Κανείς από τους άρρενες συλληφθέντες δεν έχει μιλήσει και οι ναζί στρέφονται τώρα σε κείνη. Δεν είναι άλλωστε παρά γυναίκα και σύντομα θα τα ξεράσει όλα. Δεν το κάνει. Το ψυχικό της απόθεμα είναι πραγματικά τεράστιο.

Την ώρα που οι υπόλοιποι καταδικάζονται σε θάνατο δια τουφεκισμού, η Ιουλία καταδικάζεται μεν κι αυτή με την εσχάτη των ποινών, μόνο που οι Γερμανοί θέλουν να της πάρουν το κεφάλι. Πράγματι, καταδικάζεται «εις θάνατον δι’ αποκεφαλισμού». Η εκτέλεσή της αργούσε όμως καθώς στη χώρα μας δεν υπήρχε λαιμητόμος. Ένα νέο πρόβλημα ανέκυψε και για να το λύσει, η γερμανική διοίκηση στέλνει επείγον τηλεγράφημα στο Βερολίνο.

 

Η λύση έρχεται και μάλιστα γοργά: να μεταφερθεί η καταδικασθείσα στη Γερμανία και να εκτελεστεί εκεί. Στην ίδια ανακοινώνουν βέβαια πως απλώς εξορίζεται στη Γερμανία. Η δασκάλα πιστεύει πως θα τη γλιτώσει. Μέσα από το κελί, γράφει στη φίλη της Άννα τον Δεκέμβριο του 1942:

 

«Αγαπητή Άννα, πολλές φορές με ρωτάνε εδώ στη φυλακή πώς βρήκα τη δύναμη εγώ, ένα άβγαλτο κορίτσι απ' τη Σάμο ν' ανακατευτώ στην Αντίσταση. Ούτε κι εγώ ξέρω να σου πω. Κάτι μέσα μου μ' έτρωγε. Κάτι μου 'λεγε: ‘‘Πρέπει να κάνεις κι εσύ κάτι. Το ζητάει η ώρα’’. Μπορεί να μ' έβαλαν στα αίματα κι εκείνα τα παλικάρια που κατέβασαν τη γερμανική σημαία απ' την Ακρόπολη τον Μάιο του '41. Δεν μάθαμε ακόμα τ' όνομά τους.

Ίσως να μην το μάθουμε ποτέ. Θυμάμαι ότι εκείνη τη μέρα, εκείνο το σούρουπο, ανέβηκα πάνω στου Φιλοπάππου και κοίταζα τον βράχο απέναντι. Κοίταζα τον Παρθενώνα και σκεφτόμουνα ‘‘Άραγε θα μπορέσω ποτέ να κάνω κι εγώ κάτι;’’. Ας είναι! Τώρα όλα αυτά είναι περασμένα. Τώρα έχω μπροστά μου τα κάγκελα. Απ' την περασμένη βδομάδα μ' έχουν στην απομόνωση. Θ' αντέξω όμως. Κουράγιο».

Η Ιουλία δεν θα ξαναδεί το σπίτι της στην οδό Πινότση 14, απ' όπου ανηφόριζε για τον λόφο του Φιλοπάππου και όπου στήνονταν οι βόμβες της λευτεριάς. Σε επόμενη επιστολή της στην Άννα, γράφει: «Μη στενοχωριέσαι για μένα. Να πεις και στους άλλους να μη στενοχωριούνται. Σ' το 'χω ξαναπεί. Εμείς οι Σαμιώτισσες είμαστε γερά κόκαλα. Φέρε μου μόνο καμιά κουβέρτα, γιατί κοιμάμαι πάνω στο τσιμέντο και καμιά φορά κρυώνω».

 

Η δική της ποινή έρχεται στις 31 Δεκεμβρίου 1942, όταν το γερμανικό στρατοδικείο που συνεδριάζει στο κτίριο του φιλολογικού συλλόγου Παρνασσού, στην πλατεία Καρύτση, την καταδικάζει δις σε θάνατο και άλλα 15 χρόνια φυλακή. «Αποκεφαλισμός διά πελέκεως», γράφει η ετυμηγορία. Δεν ήταν άντρας για να την τουφεκίσουν, κι έτσι τη στέλνουν για θανάτωση μακριά από την πατρίδα της.

 

Στο τελευταίο της γράμμα στην Άννα, την ώρα που της ζητάει μια ρόμπα γιατί κρυώνει, της εξομολογείται:

 

«…Είμαι όμως καλά. Αντέχω. Έμαθα ότι ετοιμάζονται να μας στείλουν στη Γερμανία. Δεν πειράζει. Έχω μπροστά μου μια ανηφόρα και πρέπει να την ανέβω ως το τέλος, σκαλί-σκαλί. Ίσως όταν φτάσω στην κορυφή, ο κόσμος να φαίνεται από κει πιο όμορφος. Ίσως να μη χρειάζομαι εκεί πια ούτε τη ρόμπα. Κουράγιο. Σε χαιρετώ, η φίλη σου, Ιουλία Μπίμπα».

 

Ο τελευταίος δικός της άνθρωπος που την είδε για λίγα λεπτά ήταν ο αδερφός του συζύγου της. Τη βρήκε δεμένη σε ένα δέντρο με τα χέρια τεντωμένα, σαν να ήταν σταυρωμένη. Οι Γερμανοί δεν σταμάτησαν τα βασανιστήρια παρά την καταδίκη της. Ήταν ώρα για εκδίκηση, την οποία απολάμβαναν καθημερινά πάνω στο τσακισμένο κορμί της αγωνίστριας. «Αλέκο μου», του είπε εκείνη, «να είσαι υπερήφανος γιατί δεν μαρτύρησα απολύτως τίποτα και ας μου κάνανε του κόσμου τα βασανιστήρια».

 

Η Ιουλία μεταφέρθηκε πράγματι στη Γερμανία, πολύ μακριά από τον τόπο που πάλεψε για να δει κάποια μέρα λεύτερο. Η ποινή της εκτελέστηκε τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο του 1943. «Δια πελέκεως», πάντα. Την παράχωσαν κάπου που κανείς δεν ξέρει πού, σίγουρα πάντως σε έναν τόπο ανοίκειο.

 

Στη γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος, στη θέση όπου στεκόταν κάποτε το μαύρο κτίριο της ΕΣΠΟ, έχει φτιαχτεί μια αναθηματική πλάκα που μνημονεύει το σαμποτάζ και τα ονόματα. Στο παρτέρι του πεζοδρόμου της Γλάδστωνος έχει στηθεί η προτομή του Κώστα Περρίκου και πίσω της υπάρχει μια τετράπλευρη στήλη με ανάγλυφες τις μορφές της Ιουλίας και τριών ακόμα εκτελεσθέντων συντρόφων της (Διονύση Παπαδόπουλου, Δημήτρη Λόη και Γιάννη Κατεβάτη).

 

Οι Αντώνης Μυτιληναίος και Τάκης Μιχαηλίδης, δύο από τους συντελεστές του σαμποτάζ, τη θυμούνταν τη δεκαετία του 1980με τρυφερότητα: «Ήταν μια γυναίκα που μπήκε στον αγώνα για να πεθάνει. Ήταν τόσο ενθουσιώδης και τόσο ψυχωμένη και ενεργούσε τόσο αυθόρμητα, που ομολογουμένως όταν τη θυμόμαστε, μας φέρνει δάκρυα στα μάτια. Τη ζήσαμε τόσο λίγο, δεν θα ήταν πάνω από τρεις μήνες, και είναι ακόμα μέσα στην καρδιά μας μετά από σαράντα χρόνια»…